14
Ιολ.
17

ilona llega con la lluvia

Και άλλα πολλά επεισόδια της ζωής μου, όπου είχα περάσει χειρότερες κρίσεις από την τωρινή, ανακάλεσα στη μνήμη μου εκείνο το απόγευμα, χωρίς κανένα αποτέλεσμα βέβαια. Αποφάσισα να βγω στο δρόμο για να περπατήσω λίγο και να απολαύσω τον καλό καιρό. Άφησα τα σοκάκια με τα ινδιάνικα μικρομάγαζα και πλησίαζα πια στη ζώνη των μεγάλων ξενοδοχείων, όταν ξαφνικά ξέσπασε μια νεροποντή -χωρίς κανένα σημάδι να την προαναγγείλει- που γρήγορα έγινε σωστός κατακλυσμός που απειλούσε να σαρώσει τα πάντα. Κατέφυγα στην πρώτη είσοδο που βρέθηκε μπροστά μου. Ήταν ένα μικρό ξενοδοχείο με κάποιες αξιώσεις πολυτέλειας που στο σαλόνι του, εκτός από τις συνηθισμένες καρέκλες και τα τραπέζια με εφημερίδες και περιοδικά, υπήρχαν μερικές μηχανές απ’ αυτές που τις λένε φλίπερ, βαλμένες στη γραμμή στην πλευρά που έβλεπε προς την πισίνα και το κεντρικό πάτιο. Προσπάθησα να μην κάνω πολύ αισθητή την παρουσία μου, παρ’ όλο που το μέρος φαινόταν έρημο: όχι μονάχα ήμουν καταμουσκεμένος, αλλά τα ρούχα μου, έτσι κι αλλιώς, είχαν χάσει από πολύ καιρό την τέλεια ευκαιρία να είναι ευπαρουσίαστα.

Την είδα καθώς στεκόταν με την πλάτη γυρισμένη προς το μέρος μου να μανουβράρει ένα από τα φλίπερ. […] Αμφέβαλα για ένα λεπτό αν ήταν εκείνη. Ήταν σχεδόν αδύνατο να βρίσκεται στον Παναμά λαμβάνοντας υπόψη τις τελευταίες ειδήσεις που είχα από μέρους της. Την πλησίασα. Γύρισε το πρόσωπό της μ’ εκείνη τη χαρακτηριστική έκφραση της έκπληξης που έπαιρνε διαρκώς πότε με το ένα πρόσχημα και πότε με το άλλο.

-Ιλόνα! Τι κάνεις εδώ; κατάφερα να της πω αδέξια.

-Γκαβιέρο, τρελέ! Τι στο διάβολο κάνεις στον Παναμά;

Αγκαλιαστήκαμε και ύστερα, χωρίς να πούμε λέξη, πήγαμε και καθίσαμε σε ένα μικρό μπαρ που υπήρχε στο πάτιο. Ζήτησα δύο βότκες με τόνικ. Έμεινε να με κοιτάζει για ένα διάστημα που μου φάνηκε ατελείωτο. Ύστρεα μου είπε σε τόνο όπου υπήρχε μια κάποια ανησυχία:

-Το βλέπω. Δεν πηγαίνουν καλά τα πράγματα, ε; Όχι, μη μου πεις τίποτα τώρα. Έχουμε όλο τον καιρό μπροστά μας να τα πούμε. […] Αλλά πες μου: εκεί μέσα, ξέρεις τι εννοώ, εκεί, στο βάθος, εκεί όπου φυλάς τα σώψυχά σου, πώς είναι τα πράγματα;

Με κοιτούσε σαν μάντισσα με αδερφικά συναισθήματα, σαν κοπέλα που γνωρίζει πολύ καλά τον άνδρα που ρωτάει.

-Τα μέσα μου εξακολουθούν να πηγαίνουν πολύ καλά, της αποκρίθηκα με φωνή που εξέπληξε κι εμένα τον ίδιο, έτσι χαρούμενη και γαλήνια που ακούστηκε. Μέσα μου είναι όλα εντάξει. Το κακό είναι τα έξω. […] Έχω δύο δολλάρια όλα κι όλα στην τσέπη μου κι αυτά είναι τα τελευταία μου.

Όμως τώρα που σε βλέπω, που σε νιώθω εδώ κοντά μου, εδώ μπροστά μου, σου ομολογώ ότι οι μέρες που πέρασα σ’ ετούτο τον τόπο γίνονται μακρινό παρελθόν αυτή τη στιγμή χάρη στη βότκα, στο άρωμα του κορμιού σου και στην τριεστινο-πολωνέζικη προφορά των ισπανικών σου. Βυθίζομαι πάλι σε κάτι που μοιάζει πολύ με την ευτυχία.

-Πολύ άσχημα θα πρέπει να πηγαίνουν τα πράγματα για να δείχνεσαι τόσο συναισθηματικός και ευγενικός. Και να ξέρεις: δε σου πηγαίνει!

[…]

Με τα λεφτά που είχε κερδίσει στο φλίπερ πλήρωσε το λογαριασμό των ποτών, άφησε πουρμπουάρ και σηκώθηκε.

-Έλα, μου είπε, ανέβα να στεγνώσεις τα ρούχα σου και να κάνεις ένα μπάνιο. Στα χάλια που είσαι μοιάζεις σαν αγαπητικός φτωχιάς τσιγγάνας.

Την ακολούθησα μέχρι το ασανσέρ και ανεβήκαμε στο δωμάτιό της. Με ανάγκασε να μπω στη γεμάτη με ζεστό νερό μπανιέρα και έβαλε τα ρούχα μου σε μια σακούλα του ξενοδοχείου για τα άπλυτα. Ξυρίστηκα με το ξυράφι που χρησιμοποιούσε για τα πόδια της. Από τα ανοιχτά παράθυρα έμπαινε η ευχάριστη ζέστη που είχε ξαναγυρίσει μετά τις βροχές. Ξάπλωσε δίπλα μου στο μεγάλο κρεβάτι και άρχισε να με χαϊδεύει ενώ μουρμούριζε στο αφτί μου με μια βαθιά φωνή, μιμούμενη τη φωνή του βενεδικτίνου καλόγερου που μας είχε κάποτε ξεναγήσει στο αβαείο του Σολεσμές:

– Γκαβιέρο, τρελέ, Μακρόλ, καταραμένε, Γκαβιέρο τρελέ, Μακρόλ αχάριστε.

Έτσι συνέχεια, μέχρι που σφιχταγκαλιασμένοι και κοντανασαίνοντας κάναμε έρωτα ανάμεσα σε γέλια, σαν παιδιά που πέρασαν σοβαρό κίνδυνο και σώθηκαν από θαύμα. Με τον ιδρώτα το δέρμα της αποκτούσε μια γεύση σαν του πικραμύγδαλου, που με λίγωνε. Η νύχτα έφτασε ξαφνικά και οι γρύλοι άρχισαν τα νυχτερινά ηχητικά τους σήματα, το τραγούδι τους διακοπτόταν από ακανόνιστες σιωπές που θύμιζαν το ρυθμό κάποιας μυστικής και βαθιάς ανάσας του φυτικού κόσμου. Από τα ανοιχτά παράθυρα έμπαινε στο δωμάτιο μυρουδιά βρεγμένης γης και πεσμένων φύλλων που αρχίζουν να σαπίζουν. Η μουσική ενός κινέζικου εστιατορίου, που ήταν δίπλα στο ξενοδοχείο, μας θύμισε ένα επεισόδιο που είχαμε ζήσει μαζί στο Μακάο απ’ όπου είχαμε βγει ζωντανοί από θαύμα. Κανένας από τους δυο μας δεν το ανέφερε. Δεν χρειαζόταν.

Η Ιλόνα. Παράξενη γυναίκα! Πόσα πράγματα δεν έζησα δίπλα της και πόσα θα μπορούσαν να μου συμβούν ακόμα με τη συντροφιά της! Είχε γεννηθεί στην Τεργέστη από πατέρα Πολωνό και από μητέρα Τριεστίνα, κόρη Μακεδόνων.

-Πρόφερέ το σωστά. Να, έτσι: Θεσσαλονίκη.

Δίπλωνε τη γλώσσα της κάτω από τα μπροστινά της δόντια και πρόφερε το θήτα.

-Ιλόνα Γκραμπόβσκα -grande famille- συνήθιζε να λέει σαρκαστικά.

Το επώνυμο άλλαζε κατά τις περιστάσεις. Σε μια περίπτωση τη συνάντησα στο Αλικάντε να κυκλοφορεί με το όνομα Ιλόνα Ρουμπινστάιν. […] Ήταν ψηλή και ξανθιά. Είχε χειρονομίες κάπως απότομες. Μαλλιά κοντά στο χρώμα του μελιού. Τα έσπρωχνε συνέχεια προς τα πίσω με μια χαρακτηριστική κίνηση του χεριού της που την έκανε αναγνωρίσιμη ακόμα κι όταν βρισκόταν σε μεγάλη απόσταση. Όταν την είδα στο σαλόνι του ξενοδοχείου, τα χέρια της ήταν απασχολημένα με το φλίπερ, γι’ αυτό για μια στιγμή δεν μπόρεσα να την αναγνωρίσω με σιγουριά. Στα σαρανταπέντε χρόνια της συμπληρωμένα, οι σβέλτες και σταθερές γάμπες της προχωρούσαν δίνοντας στο κορμί της αυτό το ελαστικό λικνιστικό βάδισμα που έχουν τα κοριτσόπουλα.

Σελ. 59-63, Η Ιλόνα φθάνει με τη βροχή. Άλβαρο Μούτις. Μετάφραση: Μαρία Χατζηγιάννη. Εκδοτικός οίκος Σ. Ι. Ζαχαρόπουλος Α. Ε. Αθήνα, 1994.

Advertisements
14
Ιολ.
17

το τουνελ

-Πρόσεξε, ποτέ δεν μπόρεσα να τελειώσω μία νουβέλα ρωσική. Είναι τόσο κουραστικές… Εμφανίζονται χιλιάδες τύποι και στο τέλος όλοι αυτοί δεν είναι παρά τέσσερις ή πέντε. Εννοείται πως όταν αρχίζεις να προσανατολίζεσαι για το ποιος είναι ο κύριος Αλέξανδρος ξέρεις πια πως ονομάζεται Σάσα και μετά Σάσκα και μετά Σασένκα και, ξαφνικά, κάτι το μεγαλοπρεπές όπως Αλέξανδρος Αλεξάντροβιτς Μπούνιν και αργότερα είναι απλά ο Αλέξανδρος Αλεξάντροβιτς. Δεν έχεις καλά καλά προσανατολιστεί και σε μπερδεύουν ξανά από την αρχή. Αυτή η ιστορία δεν τελειώνει: κάθε ήρωας μοιάζει να είναι ολόκληρη οικογένεια. Μη μου πεις πως δεν είναι βαρετό ακόμα και για σένα.
σελ. 118-119, Το τούνελ, Ερνέστο Σάμπατο, μετάφραση: Μάγια-Μαρία Ρούσσου, Αθήνα: Αστάρτη.

13
Ιολ.
17

η λατρεια του πονου

«…η λατρεία του πόνου, οι κραυγές των βασανισμένων τις οποίες κάνουμε ύπατη προσευχή και ύπατη προσφορά, οι ποταμοί του αίματος που είναι για μας πηγές ζωής, ιδανική βάπτιση, όλα αυτά οδηγούν στο απόλυτο της Κόλασης. Κόλαση σημαίνει: μην αποφεύγεις τον περαστικό πόνο, εδώ και τώρα, για να αποφύγεις το απόλυτο μαρτύριο και την απόλυτη απελπισία στο απόλυτο της αιωνιότητας. Υπόφερε για να μην υποφέρεις. Αυτή η φοβερή σκέψη, αυτή η παρανοϊκή επινόηση, ενέπνευσε τους μεγαλύτερους ιεροκήρυκες, τους μεγαλύτερους ποιητές και τρομοκράτησε λεγεώνες παιδιών […] αρνούμαι αυτή τη θρησκεία που σμίγει το αίμα με την αγάπη. Αρνούμαι την εξουθένωση και γι’αυτό είμαι υποχρεωμένος να αρνηθώ την έξαρση. […] Ήταν φυσικό να καταλήξω στην κοινοτοπία του αγνωστικισμού: ο άνθρωπος έφτιαξε το θεό κατ’εικόνα και καθ’ ομοίωσή του και επειδή κάθε άνθρωπος κουβαλά μέσα του μια κάποια σκληρότητα και διαστροφή, η σκληρότητα και η διαστροφή αυτού του θεού είναι απόλυτη. Θέλω να κάνω εσάς που σέβεστε την πειθαρχία και την ταπεινοφροσύνη στις οποίες εδράζετε την ελπίδα σας να αισθανθείτε πόσο άχρηστος είναι ο πόνος και πόσο ανώφελη είναι η ταπείνωση, οι πηγές της απελπισίας μου.»

Μισέλ Ριό – Η βέργα του παπαγάλου

 

«Ο δήμιος γελάει […] Σκέφτεται ότι μπορεί να κάνει τα πάντα. Τους βλέπει να διαλύονται, να εξευτελίζονται, να τρελαίνονται, να βρωμίζονται, να απαρνούνται τον εαυτό τους κάτω από την επίδραση του πόνου. Σκέφτεται: να η συνείδηση του κόσμου, η λογική του, η αξιοπρέπειά του. […] να όλα τα μεγάλα λόγια που θέλουν να αλλάξουν την τάξη των πραγμάτων, όλες αυτές οι άχρηστες σκέψεις, όλες οι γελοίες λαχτάρες, όλες οι γνώσεις που δε χρησιμεύουν σε τίποτα, τις έχω εδώ μπροστά μου: είναι ένα κομμάτι κρέας που σφαδάζει. […] Ουρλιάζει και σφαδάζει όταν εγώ το θέλω. […] Τα λόγια και τα βιβλία λένε ψέματα. Δεν κουράζονται να λένε ψέμματα. Η αλήθεια είναι πως υπάρχει μόνο ο δήμιος και το θύμα. Οι λέξεις δεν είναι παρά ένα όνειρο […] θα ήθελα να ψεύδονται οι πράξεις, επειδή προδίνουν και ξέρω πολύ καλά ότι ψεύδονται οι λέξεις επειδή επαίρονται. Αναπόφευκτα. Συσσωρεύονται και λένε οτιδήποτε με το πρόσχημα της εξωτερικής λογικής. Αυτή η λογική είναι ελάττωμα. Ένα ελάττωμα διατύπωσης που γίνεται ελάττωμα ουσίας […] Η πρώτη λέξη γέννησε την πρώτη ουτοπία.»

Μισέλ Ριό – Η βέργα του παπαγάλου
«Πολεμώ να γυρέψω βοήθεια από τους λογής φιλοσόφους που με εμπιστοσύνη μια φορά διάβαζα τις θεωρίες τους. Πολεμώ να βάλω τον πόνο του σώματος έξω από την ψυχή μου και να τον κοιτάξω από μακριά. Πολεμώ να χωρίσω την σκέψη απ’το κορμί, το μυαλό μου απ’ τα νεύρα, την ψυχή απ’ το σωματικό πόνο. Και βλέπω πως όλα αυτά είναι χοντρές ηλιθιότητες ανωφέλευτες, που τις γράφουν οι μεγάλοι μωροί σαν είναι γεροί στο κορμί. Είναι για να τους σπάσεις τα δόντια όλους αυτούς τους γαϊδάρους που γυρίζουν φορτωμένοι υποκρισία και ψεύτικα γιατροσόφια. Ο πόνος του κορμιού! Δεν υπάρχει τίποτ’ άλλο που να κάνει πιο δυστυχισμένη την ψυχή και το πνέμα. Ολ’ αυτά είναι κορμί. Και σαν πονά το κορμί όλα πάνε κατά διαβόλου. Ο κόσμος είναι ωραίος και ο άνθρωπος είναι καλόκαρδος, μεγαλόψυχος κι ευτυχισμένος, κι όλα τα καλά πράγματα έχουν αξία, μονάχα σαν είναι γερό το κορμί.»

Στρατής Μυριβήλης – Η ζωή εν τάφω

12
Ιολ.
17

περεκ

Γιατί να μην ευνοήσουμε τη διασπορά; Αντί να ζούμε σε ένα μόνο τόπο και να επιζητούμε απεγνωσμένα να επικεντρώσουμε εκεί όλες τις δραστηριότητές μας, γιατί να μην μπορούμε να έχουμε διάσπαρτα στο Παρίσι πέντε-έξι δωμάτια; Θα κοιμόμουν στην Ντανφέρ, θα έγραφα στην Πλας Βολτέρ, θ’ άκουγα μουσική στην Πλας Κλισί, θα έκανα έρωτα στην Ποτέρν ντε Πεπλιέ, θα έτρωγα στην οδό Τομπ-Ισουάρ, θα διάβαζα στην περιοχή του Πάρκου Μονσό κλπ. Γιατί δηλαδή αυτό είναι πιο χαζό από το να βάζεις όλα τα επιπλάδικα στο φομπούρ Σεντ Αντουάν, όλα τα υαλοπωλεία στην οδό Παραντί, όλους τους ράφτες στην οδό Σανπιέ, όλους τους Εβραίους στην οδό Ροζιέ, όλους τους φοιτητές στο Καρτιέ Λατέν, όλους τους εκδότες στο Σεν Σιλπίς, όλους τους γιατρούς στη Χάρλεϊ στριτ, όλους τους μαύρους στο Χάρλεμ;
σελ. 82-83, Χορείες Χώρων, Ζωρζ Περέκ, μετάφραση Αχιλλέας Κυριακίδης, εκδ. Ύψιλον, 2000.

11
Ιολ.
17

τα νυχια

Κάλτσες υπάκουες καλοπιάνουν τα δάχτυλα των ποδιών μου στη διάρκεια της ημέρας και δερμάτινα παπούτσια γεμάτα καρφιά τα περιχαρακώνουν αλλά εκείνα δε θέλουν να το ξέρουν. Τίποτ’ άλλο δεν τα ενδιαφέρει παρά να βγάζουν νύχια: Μικρές κεράτινες λάμες, ημιδιαφανείς και ελαστικές για ν’ αμυνθούν. Από ποιον; Άξεστα και δύσπιστα όσο τίποτε άλλο, δεν παύουν ούτε δευτερόλεπτο να ετοιμάζουν αυτόν τον δύσπιστο εξοπλισμό. Απορρίπτουν τον κόσμο και την έκσταση για να συνεχίσουν να επεξεργάζονται ασταμάτητα μερικές ανώφελες μύτες που τα κοφτερά ψαλίδια Solingen κόβουν και ξανακόβουν. Στις πρώτες ενενήντα θαμπές ημέρες του προγενεθλίου εγκλεισμού έστησαν αυτή τη μοναδική βιομηχανία. Όταν θα εγκαταστηθώ στη Ρεκολέτα, σ’ ένα σπίτι με χρώμα σταχτί στολισμένο με ξερά λουλούδια και φυλακτά, θα συνεχίσουν την επίμονη δουλειά τους ώσπου να τα μετριάσει η φθορά. Αυτά και τα γένια στο πρόσωπό μου.
σελ. 15, Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Ο δημιουργός. εκδόσεις Ύψιλον.

10
Ιολ.
17

Vatandaş Türkçe konuş!

Η Ισταμπούλ των παιδικών και των εφηβικών μου χρόνων ήταν μια πόλη που έχανε με πολύ γρήγορους ρυθμούς τον κοσμοπολίτικο χαρακτήρα της. Ο Γκοτιέ παρατηρεί, όπως και πολλοί από τους περιηγητές, ότι το 1852, εκατό χρόνια πριν γεννηθώ εγώ, στα σοκκάκια της Ισταμπούλ άκουγες ταυτόχρονα τούρκικα, ελληνικά, αρμένικα, ιταλικά, γαλλικά (και πιο πολύ από τα δύο τελευταία, λαντίνο, τα μεσαιωνικά ισπανικά των Εβραίων που ήρθαν στην Ισταμπούλ κυνηγημένοι από την Ιερά Εξέταση) σχολιάζει ότι «στον Πύργο αυτόν της Βαβέλ» πολλοί μιλούσαν δύο και τρεις από αυτές τις γλώσσες μαζί και ντρέπεται λίγο επειδή, όπως οι περισσότεροι Γάλλοι, ο ίδιος δεν μιλάει παρά μόνο γαλλικά. Η συνέχιση της Άλωσης μετά την ίδρυση της Τουρκικής Δημοκρατίας, η εντατικοποίηση του εκτουρκισμού της Ισταμπούλ, η εθνοκάθαρση που επέβαλε το κράτος στην πόλη, αφυδάτωσαν αυτές τις γλώσσες. Ένα κομμάτι αυτής της πολιτιστικής εκκαθάρισης που μου έχει μείνει στο νου από τα παιδικά μου χρόνια είναι η απαγόρευση στους Ρωμιούς και στους Αρμενίους να μιλάνε στους δρόμους ελληνικά και αρμένικα (οι Κούρδοι προτιμούσαν τότε να μην ξεχωρίζουν με τη γλώσα τους) με την εντολή: «Συμπολίτη, μίλα τουρκικά». Μέχρι και πινακίδες είχαν αναρτηθεί στους δρόμους με αυτήν την απαγόρευση.

σελ. 388-390, Ορχάν Παμούκ, Ισταμπούλ.

09
Ιολ.
17

η πλωτη οπερα

«Οι ποσοτικές αλλαγές ξαφνικά γίνονται ποιοτικές. Κάποτε έβρισκα το μαρξισμό άκρως ενδιαφέρουσα θεωρία, τώρα πια πιστεύω μόνο σ’ αυτό το απόφθεγμα. Το νερό ψύχεται και ψύχεται ολοένα και ξαφνικά γίνεται πάγος. Η μέρα σκοτεινιάζει σιγά σιγά και ξαφνικά είναι νύχτα. Ο άνθρωπος γερνάει, γερνάει, γερνάει και ξαφνικά πεθαίνει. Όταν αλλάζει ο βαθμός, αλλάζει και το είδος.
Όταν έφυγε ο κύριος Χέκερ (για πού; για το δωμάτιό του, όπου τον περίμενε άλλη μια μέρα μοναξιάς και εγκλεισμού σε μια ζωή στοχασμών) φόρεσα το παντελόνι μου, πουκάμισο, σακάκι και ψαθάκι, και επέστρεψα στο γραφείο μέσα από την τρομερή ξηρασία και τον καύσωνα. Ο ουρανός άστραφτε γαλάζιος, το ίδιο και το νερό, έναν τόνο σκουρότερο. Τα πάντα ήταν ήσυχα: ελάχιστα αυτοκίνητα περνούσαν από την οδό Χάι. Στον ποταμό δεν υπήρχε ούτε μια βάρκα. Η σημαία στη Μακριά Προκυμαία κρεμόταν άτονα από το κοντάρι της. Η τρομερή ζέστη έψηνε τα πάντα, εγώ όμως δεν είχα ιδρώσει καθόλου.
Αυτό που σκεφτόμουν καθώς περπατούσα, ήταν η λαμπρή πρόταση που μου πέρασε από το μυαλό την ώρα που έγλειφα το πούρο μου: ότι τίποτα απολύτως δεν έχει εγγενή αξία. Τώρα η ιδέα έπαιρνε σχήμα και μορφή στο μυαλό μου και μου φαινόταν γελοίο που δεν το είχα καταλάβει εδώ και χρόνια. Μία ολόκληρη ζωή αποφάσιζα ότι συγκεκριμένα πράγματα δεν είχαν εγγενή αξία – ότι τα λεφτά, η τιμιότητα, η δύναμη, η αγάπη, η ενημέρωση, η σοφία, και η ζωή ακόμα, δεν έχουν αξία από μόνα τους, παρά μόνο σε σχέση με συγκεκριμένους στόχους, και ποτέ δεν σκέφτηκα να γενικεύσω αυτές τις συγκεκριμένες περιστάσεις. Και να που τελικά η μία περίσταση αθροίστηκε πάνω στην άλλη, και ξαφνικά το συνειδητοποίησα πλήρως – τίποτα δεν έχει εγγενή αξία. Η αξία όλων των πραγμάτων τους αποδίδεται, τους εκχωρείται απ’ έξω, από τους ανθρώπους.
Πρέπει να ομολογήσω ότι με τον δικό μου, ήρεμο τρόπο ένιωθα έναν γνήσιο ενθουσιασμό στην ιδέα αυτή. Χρειάζεται να επαναλάβω ότι δεν είμαι στοχαστής; Ότι οι τεχνικές της φιλοσοφίας δεν είναι το φόρτε μου; Αναμφίβολα (όπως έμαθα αργότερα), η ιδέα δεν ήταν πρωτότυπη, για μένα πάντως ήταν εντελώς καινούργια και ένιωσα μαγεμένος, σαν το παιδί που το ξαμολάνε ελεύθερο στο ύπαιθρο και κοιτάζει με περιφρόνηση και οίκτο όσους είναι κλεισμένοι μέσα. Τίποτα δεν αξίζει από μόνο του. Ούτε καν η αλήθεια… ούτε καν αυτή η αλήθεια. Δεν φιλοσοφώ τα πράγματα, παρά εκ των υστέρων, αλλά είμαι ένας στυγνός ορθολογιστής και, αφού ο κόσμος με σπρώχνει σε καινούργιες θέσεις, μπορώ να τα φιλοσοφήσω (ή να τα εκλογικεύσω) δύο φορές σαν τον Καντ ή σαν εφτά σχολαστικούς καθηγητές της Νομικής. Με αφετηρία τα καινούργια μου συμπεράσματα, μπορώ να οδηγηθώ σε πρώτης τάξεως προϋποθέσεις.
Εκείνο το πρωί, για παράδειγμα, είχα ανοίξει τα μάτια μου ξέροντας ότι αυτή τη μέρα θα σκοτωνόμουν (ένα συμπέρασμα που αποδεικνύει αφ’ εαυτού το μαρξιστικό απόφθεγμα). Η μέρα ήταν ακόμη στη μέση της και ήδη ξεπετάγονταν από το μυαλό μου συλλογισμοί για να αιτιολογήσουν σε φιλοσοφικό επίπεδο αυτό που είχε ξεκινήσει σαν μία καθαρά προσωπική απόφαση. Το επιχείρημα ήταν συγκλονιστικό. Αρκετό προς το παρόν για να εδραιώσει την πρώτη προϋπόθεση: τίποτα δεν έχει εγγενή αξία.
Αν ούτε εσύ είσαι φιλόσοφος, αναγνώστη μου, χώνεψε με την άνεσή σου και με την ησυχία σου αυτήν την πρόταση – αν και τολμώ να πω ότι μερικοί θα δυσκολευτούν να την καταπιούν. Αν την καταφέρεις να κατεβεί στο στομάχι σου, τότε έχεις κάνει αρκετά για ένα κεφάλαιο, το ίδιο κι εγώ.»

κεφ. 19, σελ. 206-208, Η πλωτή όπερα (The Floating Opera, 1956), Τζων Μπαρθ, μετ.: Χίλντα Παπαδημητρίου, επίμ.: Δημήτρης Τζιόβας, εκδ. Πόλις 2000.




Αρχείο